Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΞΕΝΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ - ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ - ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΞΕΝΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ - ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ - ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

BERNARDO BERTOLUCCI - ΜΠΕΡΝΑΡΝΤΟ ΜΠΕΡΤΟΛΟΥΤΣΙ



Μπερνάρντο ΜπερτολούτσιO Μπερνάντο Μπερτολούτσι γεννήθηκε στις 16 Μαρτίου του 1940, στην Πάρμα της Ιταλίας, μέσα σε μία ατμόσφαιρα πολυτέλειας και διανόησης. Ο πατέρας του, γνωστός ποιητής και ιστορικός τέχνης, ήταν φανατικός σινεφίλ και ήταν ο πρώτος που οδήγησε τον μικρό Μπερνάντο σε μια σκοτεινή αίθουσα, μπροστά σε μια μεγάλη οθόνη. Στην ηλικία των 15, ο Μπερτολούτσι δημιούργησε δύο παιδικές ταινίες, ενώ λίγο αργότερα η Ιταλία γνώρισε για πρώτη φορά το συγγραφικό του ταλέντο. Το πρώτο του βιβλίο, η μοναδική δημοσιευμένη ποιητική του συλλογή με τίτλο "Ψάχνοντας το Μυστήριο", κέρδισε το γνωστό λογοτεχνικό βραβείο Premio Viareggio.
Στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης, όπου ο σπούδαζε Σύγχρονη Λογοτεχνία, κατά την περίοδο 1958-1961, ο Μπερτολούτσι γνώρισε τον ήδη μεγάλο Ιταλό σκηνοθέτη Pier Paolo Pasolini, δίπλα στον οποίο ουσιαστικά ξεκίνησε τη σκηνοθετική του καριέρα ως βοηθός σκηνοθέτη στην ταινία "Accatone". Ήταν τότε, στα 20 του χρόνια, που ο Μπερτολούτσι αποφάσισε να εγκαταλείψει το Πανεπιστήμιο της Ρώμης και να επιδοθεί σε μια μοναχική μελέτη του κινηματογράφου.Στα 21 του χρόνια ο Bertolucci πήρε το επίσημο βάπτισμά του ως σκηνοθέτης πραγματοποιώντας ένα όνειρο του δασκάλου του, την ταινία "La commare secca". Η αποδοχή της ταινίας δεν ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντική για το ξεκίνημά του. Οι κριτικοί της εποχής τον συμβούλευαν να αφοσιωθεί στην ποίηση, η οποία του είχε ήδη χαρίσει ένα σημαντικό βραβείο. O νεαρός σκηνοθέτης επέμεινε ωστόσο και το 1964, όντας μόλις 23 χρόνων, έκανε μια «πρόβα ωριμότητας» με την ταινία του «Πριν την επανάσταση», μια ταινία που η προσωπική του σφραγίδα ήταν πλέον καθαρή, χωρίς σημάδια και «στίγματα» από την επιρροή του Παζολίνι και του νεοραλιστικού Ιταλικού κινηματογράφου. Η ταινία, με κεντρικό της θέμα την αλλαγή του κόσμου, ανέδειξε τις υπαρξιακές αναζητήσεις των νέων της εποχής και εξέφρασε την ιδεολογική τους σύγχυση και την εσωτερική τους αναστάτωση σε μια εποχή που κυοφορούσε επαναστάσεις και αλλαγές, λίγο πριν το Μάη του 1968.Ο Bertolucci δεν είναι ακριβώς ένας άνθρωπος της γενιάς του. Βρίσκεται λίγα βήματα πιο μπροστά απo αυτήν. Έτσι, στην ταραγμένη Ευρώπη του 1968, αυτός επέλεξε νa ασχοληθεί με μία άλλη σύγκρουση, εσωτερική, την οποία αποπνέει όλο το μετέπειτα έργο του. Μέσα από την ταινία του «Partner» έθεσε το ερώτημα της σχέσης του ατόμου με το είδωλό του, του ego με το alter-ego.
«Στρατηγική της αράχνης»Στις αρχές της δεκαετίας του '70, ο Μπερτολούτσι γυρίζει αυτήν την ονειρική, μυστηριώδη ταινία, επηρεασμένος από την ψυχαναλυτική εμπειρία του. Προσπαθεί να αντικρίσει το απύθμενο βάθος της ανθρώπινης ψυχής και να διεισδύσει στη χώρα του ασυνείδητου και του ονείρου.Ακολουθούν μία σειρά από ταινίες, μεταξύ των οποίων «Το τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι», που θα σηκώσει θύελλα αντιδράσεων, θα του στερήσει τα πολιτικά του δικαιώματα για 5 χρόνια και θα του θέσει τον κίνδυνο να καεί στην πυρά, το «1900», «Το φεγγάρι» και το «Μια τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου», που θα ξαφνιάσει το κοινό του καθώς είναι ένα παιχνίδι με το διφορούμενο, ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε και σε αυτό που διαφεύγει της προσοχής μας.Τα εσωτερικά ταξίδια του Μπερτολούτσι θα τον οδηγήσουν στην ανάγκη να γνωρίσει καινούριους τόπους και νέες φιλοσοφίες. Θα σταματήσει για λίγο να ψάχνει τον «άλλον» που κρύβεται μέσα του και θα αναζητήσει το «αλλού».Η αποκαλούμενη «τριλογία του αλλού» ξεκινά με ένα ταξίδι στην Κίνα, στη χώρα του «Τελευταίου Αυτοκράτορα». Ο Μπερτολούτσι δε δημιουργεί μια εξωτική ιστορία ενός μακρινού πολιτισμού, αλλά προσπαθεί να διεισδύσει στην παράδοση και τη σκέψη της Κίνας, μέσα από τη ζωή ενός παιδιού «καταδικασμένου» να ζήσει στο κελί της ιστορίας ως αυτοκράτορας.Ο δεύτερος σταθμός είναι η Αίγυπτος και η ταινία «Τσάι στη Σαχάρα», η οποία, μέσα από την ιστορία ενός ζευγαριού με φόντο την Αίγυπτο, προσπαθεί να καθρεφτίσει τις φθαρμένες αξίες της δύσης.Το ταξίδι στο «άλλο» θα ολοκληρωθεί στην Ινδία με την ιστορία του πρίγκιπα Σιντάρτα, του Βούδα, παράλληλα με τη σύγχρονη ιστορία μετενσάρκωσης ενός βουδιστή δασκάλου. Ο «Μικρός Βούδας» ζωντανεύει επί της οθόνης μερικούς από τους μύθους που συνοδεύουν τη μορφή του Βούδα και προσπαθεί να περάσει το μήνυμα πως ο άνθρωπος πρέπει να ξεκινήσει από την καρδιά του το ταξίδι εκείνο που θα τον οδηγήσει στο Απόλυτο και στην κατάκτηση της εσωτερικής του γαλήνης. Η ταινία ξεκινά σαν παραμύθι, με τη φράση «μια φορά κι έναν καιρό» και αναγκάζει τον Δαλάι Λάμα να πάει για πρώτη φορά στη ζωή του σινεμά, στην απογευματινή παγκόσμια πρώτη προβολή της ταινίας, έτσι ώστε να μην αλλάξει η ώρα του βραδινού ύπνου στις 9 ακριβώς.Ο Μπερτολούτσι, ο οποίος έγραψε και το σενάριο του Μικρού Βούδα, ομολογεί σε μια συνέντευξή του, μερικά χρόνια αργότερα, ότι αυτήν την ταινία τη χρωστούσε στον εαυτό του και ότι ήταν μια εσωτερική ανάγκη που τον οδήγησε να την πραγματώσει.Ο Μπερτολούτσι «βαπτίζει» τις ιστορίες και τις εικόνες του με ένα φωτισμό που δημιουργεί συναισθήματα και διαθέσεις και ζωγραφίζει στα αντικείμενα αύρες. Οι ταινίες δράσης και μυστηρίου του κινούνται μέσα σε ένα μπλε φως, το «Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι» είναι μια γκρι ταινία, ενδεικτική της παρακμής του δυτικού πολιτισμού που προβλημάτιζε τον σκηνοθέτη, ενώ οι ταινίες στην Κίνα, την Ινδία και την Αίγυπτο έχουν ένα παράξενο κίτρινο φως.Ο Μπερτολούτσι καταφέρνει να δημιουργήσει ένα δικό του κόσμο, όπου τα πράγματα έχουν τη δική τους εικόνα, και να κάνει το θεατή του κοινωνό του κόσμου αυτού.Το έργο του Μπερτολούτσι είναι ένα ταξίδι στον εξωτερικό και εσωτερικό κόσμο, η αναζήτηση του Άλλου και η αναζήτηση του Αλλού. Για τον ίδιο, οι ταινίες είναι ένας τρόπος να ζει στο χρόνο το παιχνίδι των κύκλων. Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Πιστεύω ότι μετά από κάθε ταινία υπάρχει ένα είδος τέλους, σχεδόν ένα είδος θανάτου, και μετά η επόμενη ταινία είναι μια ανάσταση. Λέω ότι πρόκειται για ένα είδος θανάτου με την έννοια ότι όταν δεν γυρίζω ταινίες αισθάνομαι να ανήκω στον κόσμο των φυτών μάλλον παρά στον κόσμο των ανθρώπων».
ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΟΥ
1. Stealing Beauty (1996)
2. Little Buddha (1993)
3. Sheltering Sky, The (1990)
4. Last Emperor, The (1987)
5. Tragedia di un uomo ridicolo, La (1982)
6. Luna, La (1979)
7. 1900 (1976)
8. Ultimo tango a Parigi (1973)
9. Conformista, Il (1971)
10. Strategia del ragno, La (1970)
11. Amore e rabbia (1969) (segment "Fico Infruttuoso, Il")
12. Partner (1968)
13. Canale, Il (1966)
14. Via del petrolio, La (1965)15. Commare secca, La (1962)
16. Prima della rivoluzione (1962)
ΑΠΟ ΤΟ http://biographies.nea-acropoli.gr/
 

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

ΣΤΑΝ ΛΟΡΕΛ


Σταν ΛόρελΣταν Λόρελ ήταν το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Αμερικανού ηθοποιού Άρθουρ Στάνλεϋ Τζέφερσον - Arthur Stanley Jefferson
(
16 Ιουνίου 1890-23 Φεβρουαρίου 1965). Μαζί με τον Όλιβερ Χάρντι αποτέλεσαν ένα από τα διασημότερα κωμικά δίδυμα στην ιστορία του κινηματογράφου. Πριν γνωρίσει το Χάρντι είχε πρωταγωνιστήσει μόνος του σε περισσότερες από 50 ταινίες. Δύο αστεροειδείς, οι 2865 και 2866 ονομάστηκαν «Λόρελ» και «Χάρντι» στη μνήμη τους. Έως το 1936, είχε διαταραχτεί η σχέση του με το Χάρντι, όσο και με τον άνθρωπο που τους ανακάλυψε, το Χαλ Ρόουτς (η συνεργασία τους με τον τελευταίο λύθηκε το 1940). Ίδρυσαν δική τους εταιρεία, με την οποία γύρισαν 8 ταινίες ως το 1945. Η τελευταία κοινή του εμφάνιση με το «Χοντρό» έγινε το 1951, με την ταινία Atoll K ή Utopia, σε σκηνοθεσία Leo Joannon.
Ταινίες με Χονδρό και Λιγνό· The Lucky Dog (1921)
· Forty-Five Minutes From Hollywood (1926)
· The Second Hundred Years (1927, πρώτη «επίσημη ταινία» με Χονδρό και Λιγνό)
· Pardon Us (1931)
· Pack Up Your Troubles (1932)
· Fra Diavolo (1933)
· Sons of the Desert (1933)
· Babes in Toyland (1934)
· The Music Box (1932)
· Bonnie Scotland (1935)
· The Bohemian Girl (1936)
· Our Relations (1936)
· Way Out West (1937)
· Swiss Miss (1938)
· Blockheads (1938)
· Atoll K ή Utopia (1951)

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

ΛΟΥΙΖ ΡΑΙΝΕΡ


Λουίζ ΡάινερΗ Λουίζ Ράινερ (γερμανικά Luise Rainer) γεννημένη στις 12 Ιανουαρίου 1910 είναι μια γερμανίδα ηθοποιός, γνωστή για τη συμμετοχή της στις ταινίες Ο μέγας Ζίγκφελντ (The Great Ziegfeld, 1936) και Υπό το βλέμμα του Βούδα (The Good Earth, 1937) που της χάρισαν δυο βραβεία όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου. Είναι η πρώτη γυναίκα που κατάφερε αυτό το επίτευγμα και η πρώτη που κατάφερε να τα κερδίσει σε διαδοχικές χρονιές. Κατά τη διάρκεια της σύντομης καριέρας της στο Χόλιγουντ την αποκαλούσαν Βιεννέζικο δάκρυ (Viennese Teardrop).
Η Ράινερ γεννήθηκε στο
Ντίσελντορφ της Γερμανίας το 1910 από τους Χάιντς και Έμι Ράινερ και πέρασε τα παιδικά της χρόνια στο Αμβούργο και στη Βιέννη. Κάποιες πηγές θέλουν τη γέννησή της στη Βιέννη. Η ίδια δήλωσε κάποτε ότι η Βιέννη της παιδικής της ηλικίας, ήταν μια πόλη βουτηγμένη στη φτώχεια, στην πείνα και την επανάσταση. Ξεκίνησε τις σπουδές της στην υποκριτική σε ηλικία 16 ετών με καθηγητή της, τον αυστριακό σκηνοθέτη του θεάτρου Μαξ Ράινχαρντ. Σε μεγαλύτερη ηλικία, αποτέλεσε μέλος της θεατρικής ομάδας του Ράινχαρντ και μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα κατάφερε να γίνει μια από τις πιο διακεκριμένες θεατρικές ηθοποιούς του Βερολίνου. Οι διθυραμβικές κριτικές που λάμβαναν οι εμφανίσεις της στην γερμανική σκηνή καθώς και σε κάποιες γερμανικές ταινίες, οδήγησαν σε τριετές συμβόλαιο με την Metro-Goldwyn-Mayer το 1935 και οι κριτικοί την καλωσόρισαν στο Χόλιγουντ την ίδια χρονιά αποκαλώντας την, νέα Γκρέτα Γκάρμπο. Το Γυμνό Μοντέλο (Escapade, 1935), που αποτέλεσε την πρώτη της αμερικάνικη ταινία, ακολούθησε ένας μικρός ρόλος στην ταινία του 1936, Ο Μέγας Ζίγκφελντ (The Great Ziegfeld), βασισμένη στη ζωή του θρυλικού ιμπρεσάριου του Χόλιγουντ, Φλόρενς Ζίγκφελντ. Η ερμηνεία της στο ρόλο της Άννα Χελντ, πρώτης συζύγου του Ζίγκφελντ, κατάφερε να συγκινήσει το κοινό και να αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές, οδηγώντας σε μια υποψηφιότητα για όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου, το οποίο κέρδισε στη συνέχεια. Ο επόμενος ρόλος της, ήταν εκείνος της φτωχής κινέζας χωριατοπούλας στην κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος της Περλ Μπακ, Υπό το βλέμμα του Βούδα (The Good Earth, 1937). Η Ράινερ ανέλαβε το ρόλο με τη βοήθεια του παραγωγού Έρβιν Θάλμπεργκ, που κατάφερε να πείσει τον πρόεδρο της MGM να της αναθέσει το ρόλο. Ο υποτονικός χαρακτήρας που υποδύθηκε ήταν και τόσο διαφορετικός σε σχέση με τον προηγούμενο, που την οδήγησε στη δεύτερη της υποψηφιότητα για όσκαρ. Κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας η Ράινερ "κονταροχτυπήθηκε" για τη νίκη με τη συνυποψήφιά της, τη Γκρέτα Γκάρμπο, της οποίας η ερμηνεία στην ταινία Η κυρία με τις καμέλιες (Camille, 1936), θεωρούταν η επικρατέστερη από τους κριτικούς για το βραβείο . Η νίκη της Ράινερ την κατέστησε την πρώτη ηθοποιό με δυο όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου, καθώς και την πρώτη με διαδοχικές νίκες.
Ωστόσο, η Ράινερ χρόνια αργότερα τόνισε για τις συνεχόμενες νίκες της στα Όσκαρ ότι:
Τίποτα χειρότερο δε θα μπορούσε να μου έχει συμβεί, καθώς οι προσδοκίες του κοινού από τότε, ήταν υπερβολικά υψηλές για να τις εκπληρώσω.
Στη συνέχεια, της δόθηκαν ρόλοι σε ασήμαντες ταινίες που απογοήτευσαν τόσο τη Ράινερ, όσο και την εταιρία της που την αποδέσμευσε από το συμβόλαιό της. Έτσι η Ράινερ επέστρεψε στην Ευρώπη και στους θεατρικούς ρόλους. Το
1943, έκανε μια αποτυχημένη προσπάθεια επανάκαμψης στον χώρο του κινηματογράφου με την ταινία Πυρ! (The Hostages), πλάι στην Κατίνα Παξινού. Δυο χρόνια αργότερα, μετά το γάμο της με το δεύτερό της σύζυγο Ρόμπερτ Νίτελ, δήλωσε ότι επρόκειτο να αποσυρθεί, ωστόσο συνέχισε κάνοντας σποραδικές εμφανίσεις μέχρι και σήμερα σε θέατρο, τηλεόραση και κινηματογράφο. Από το δεύτερό της γάμο έχει αποκτήσει μια κόρη. Η Ράινερ που έχει λάβει την αμερικανική υπηκοότητα ζει στο Λονδίνο από το 1945.
Οι ιστορικοί του κινηματογράφου την αποκάλεσαν ως το πιο ακραίο θύμα του θεσμού των όσκαρ, στη μυθολογία του Χόλιγουντ. Στην πτώση της καριέρας της μετά τη δεύτερη της βράβευση με όσκαρ συνετέλεσαν: ο θάνατος του Έρβιν Θάλμπεργκ μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της ταινίας Υπό το βλέμμα του Βούδα, καθώς και ο πρώτος της γάμος με το δραματουργό Κλίφορντ Όντετς, ο οποίος έκανε την καριέρα της προσωπική του υπόθεση, δίνοντάς της λανθασμένες συμβουλές.
Φιλμογραφία

1932 Sehnsucht 202
1932 Madame hat Besuch
1933 Heut' kommt's drauf an
1935 Escapade
1936 The Great Ziegfeld - Όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου
1937 The Good Earth Νίκη - Όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου
1937 The Emperor's Candlesticks
1937 Big City
1938 The Toy Wife Φρου Φρου
1938 The Great Waltz
1938 Dramatic School
1943 Hostages
1997 The Gambler

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Τζένιφερ Τζόουνς




Η Τζένιφερ Τζόουνς (
αγγλ. Jennifer Jones) (2 Μαρτίου 1919 - 17 Δεκεμβρίου 2009) ήταν Αμερικανίδα ηθοποιός βραβευμένη με όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου για την ταινία Ουράνια Οπτασία (The Song Of Bernadette) το 1943, ενώ προτάθηκε για το χρυσό αγαλματίδιο συνολικά πέντε φορές.
Πρώτα ΧρόνιαΗ Φίλις Λι Ίσλεϊ, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στην
Τούλσα της Οκλαχόμα το 1919 και ήταν κόρη του Φίλιπ Ρος Ίσλεϊ και της Φλόρα Μέι Σούμπερ. Η Τζόουνς φοίτησε στο κολέγιο Μόντε Κασίνο της Τούλσα, πριν μεταφερθεί στη Νέα Υόρκη το 1938 για να διδαχτεί την υποκριτική τέχνη στην Αμερικανική Ακαδημία Της Δραματικής Τέχνης. Εκεί γνωρίστηκε με το συμφοιτητή της Ρόμπερτ Γουόκερ, τον οποίο ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε ένα χρόνο αργότερα.
Το ζευγάρι επέστρεψε στην Τούλσα όπου συμμετείχε σε ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα που διήρκεσε 13 βδομάδες και έπειτα κατευθύνθηκε προς το Χόλιγουντ. Εκεί η Τζόουνς έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο (ως Φίλις Λι Ίσλεϊ), σε μικρό ρόλο πλάι στον
Τζον Γουέιν, στην ταινία του 1939 Το καραβάνι προς τη δύση (Frontier Horizon). Επόμενή της συμμετοχή ήταν στην κινηματογραφική σειρά συνεχειών Dick Tracy's G-Men. Την ίδια χρονιά όμως, θεωρήθηκε ακατάλληλη σε ακρόαση για την εταιρία Paramount και επέστρεψε στη Νέα Υόρκη.
ΚαριέραΕνώ ο σύζυγός της είχε σταθερή δουλειά στο ραδιόφωνο, η Τζόουνς εργάστηκε ως μοντέλο, αναζητώντας παράλληλα εργασία στον κινηματογράφο. Όταν έμαθε ότι γίνονταν ακροάσεις για την κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού έργου της Ρόουζ Φράνκεν, Κλόντια, η Τζόουνς παρουσιάστηκε στο γραφείο του παραγωγού
Ντέιβιντ Ο'Σέλζνικ, που βρισκόταν στη Νέα Υόρκη, για να περάσει από δοκιμαστικό για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αφότου διάβασε για το ρόλο, η Τζόουνς, αποχώρησε από το γραφείο του Σέλζνικ κλαίγοντας, νομίζοντας ότι είχε αποτύχει. Η ερμηνεία της όμως εντυπωσίασε το Σέλζνικ, ο οποίος έστειλε τη γραμματέα του ξωπίσω της. Ακολούθησε μια σύντομη συνέντευξη και η Τζόουνς υπέγραψε επταετές συμβόλαιο με την εταιρία του Σέλζνικ.
Ο Σέλζνικ ανέλαβε το ρόλο του ατζέντη, για λογαριασμό της και όλα έδειχναν ότι την προόριζε για μεγάλη επιτυχία. Ο Σέλζνικ ήταν εκείνος που της πρότεινε να αλλάξει το όνομά της και το Φίλις Λι Ίσλεϊ, μετατράπηκε σε Τζένιφερ Τζόουνς. Μετά από ακρόαση, από την οποία πέρασε το
1943 για το ρόλο της Μπερναντέτ Σουμπιρού για την ταινία Ουράνια Οπτασία (The Song Of Bernadette), ο σκηνοθέτης Χένρι Κίνγκ εντυπωσιάστηκε από το ταλέντο της και της προσέφερε το ρόλο. Η ταινία προβλήθηκε στους κινηματογράφους στα τέλη της ίδιας χρονιάς, έκανε μεγάλη επιτυχία και χάρισε στην Τζόουνς το όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου την ημέρα των γενεθλίων της το Μάρτιο του 1944. Η Τζόουνς στην ταινία υποδυόταν ένα υπαρκτό πρόσωπο την Αγία Μπερναντέτ της Λούρδης. Συνυποψήφια της Τζόουνς, στην κατηγορία Α γυναικείος ρόλος, ήταν και η στενή της φίλη Ίνγκριντ Μπέργκμαν για την κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Έρνεστ Χέμινγουεϊ Για ποιον χτυπά η καμπάνα. Η Τζόουνς ζήτησε αργότερα συγγνώμη από την Μπέργκμαν, η οποία της απάντησε: Όχι Τζένιφερ, η Μπερναντέτ σου, ήταν καλύτερη από τη Μαρία μου. Η Μπέργκμαν κέρδισε το όσκαρ την επόμενη χρονιά για την ταινία Εφιάλτης (Gaslight, 1944) και το βραβείο της παρέδωσε η Τζόουνς.
Για τις επόμενες δυο δεκαετίες η Τζόουνς συγκίνησε το κοινό με τις ερμηνείες της σε δραματικούς ρόλους, που επέλεγε για εκείνη ο Σέλζνικ. Τρία χρόνια αργότερα υποδύθηκε τη λάγνα και γεμάτη αισθησιασμό, μιγάδα Περλ, στην ταινία
Μονομαχία στον ήλιο (Duel In The Sun, 1946), που της χάρισε ακόμη μια υποψηφιότητα για όσκαρ Α' γυναικείου ρόλου. Στην ταινία εμφανιζόταν στο πλευρό του Γκρέγκορι Πεκ και ο ρόλος της αυτός, βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με εκείνον της Αγίας που την είχε κάνει διάσημη. Άλλες αξιοσημείωτες ταινίες, στις οποίες συμμετείχε ήταν οι εξής: Από όταν έφυγες (Since You Went Away, 1944), Ερωτικά γράμματα (Love Letters, 1945), Τολμηρός εραστής (Cluny Brown, 1946), Μαντάμ Μποβαρύ (Madame Bovary, 1949), Συντρίμμια του έρωτα (Carrie, 1952), Ο τελευταίος σταθμός (Indiscretion of an American Wife) και Έκσταση και πάθος (Love Is A Many-Splendored Thing, 1955). Συμπρωταγωνίστησε επίσης με μερικούς από τους πιο επιφανείς ηθοποιούς της περιόδου, όπως οι: Σαρλ Μπουαγιέ, Τζόζεφ Κότεν, Τσάρλτον Xέστον, Τζον Γκάρφιλντ, Λόρενς Ολίβιε, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, Γουίλιαμ Χόλντεν, Ροκ Χάτσον και Τζέισον Ρόμπαρντς.
Η τελευταία της εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη ήταν στην ταινία καταστροφής του
1973 Ο πύργος της κολάσεως (The Towering Inferno), στην οποία χόρεψε με το Φρεντ Αστέρ, στη δεξίωση που γινόταν για τα εγκαίνια του ψηλότερου πύργου στον κόσμο, λίγο πριν αυτός ανατιναχτεί. Η ερμηνεία της στην ταινία της χάρισε μια υποψηφιότητα για χρυσή σφαίρα σε δευτερεύοντα γυναικείο ρόλο. Πίνακες με θέμα το ρόλο της στην ταινία εκτέθηκαν στη γκαλερί του τότε συζύγου της Νόρτον Σάιμον.
Προσωπική ΖωήΗ Τζόουνς παντρεύτηκε 3 φορές. Ο πρώτος της γάμος με το Ρόμπερτ Γουόκερ της χάρισε δυο γιους, που αργότερα έγιναν ηθοποιοί. Η Τζόουνς πήρε διαζύγιο από το Γουόκερ το
1945, εφόσον είχε ερωτική σχέση με τον Αμερικανοεβραίο Ντέιβιντ Ο'Σέλζνικ από το 1943.
Η Τζόουνς παντρεύτηκε τον Σέλζνικ τον Ιούλιο του
1949 και το ζευγάρι έμεινε μαζί μέχρι και το θάνατο του Σέλζνικ το 1965, από τότε περιόρισε τις εμφανίσεις της στη μεγάλη οθόνη. Η Τζόουνς αποπειράθηκε επίσης να αυτοκτονήσει το Νοέμβριο του 1967, αφότου έλαβε τις ειδήσεις για το θάνατο του αγαπημένου της φίλου, του ηθοποιού Τσαρλς Μπίκφορντ. Βρέθηκε αναίσθητη στο σπίτι της στο Μαλιμπού και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου έμεινε για κάποιο διάστημα σε κωματώδη κατάσταση και στη συνέχεια επανήλθε. Το 1976 η κόρη της, Μαίρη Τζένιφερ Σέλζνικ, αυτοκτόνησε πηδώντας από τον εικοστό όροφο πολυκατοικίας στο Λος Άντζελες. Αυτό ώθησε την Τζόουνς να ενδιαφερθεί για τα ψυχολογικά προβλήματα και να ιδρύσει το Ίδρυμα Τζένιφερ Τζόουνς Σάιμον, για ενημέρωση πάνω σε θέματα που αφορούν την ψυχική υγεία.
Το Μάιο του
1971, η Τζόουνς παντρεύτηκε τον εκατομμυριούχο βιομήχανο, συλλέκτη έργων τέχνης και φιλάνθρωπο Αμερικαναεβραίο Σάιμον Νόρτον. Ο Νόρτον απεβίωσε το 1993. Τέσσερα χρόνια πριν το θάνατό του είχε παραιτηθεί της θέσης του προέδρου του Μουσείου έργων τέχνης της Πασαντίνα και το συμβούλιο των μετόχων ανέδειξε νέο πρόεδρο την Τζόουνς. Τη θέση αυτή κράτησε μέχρι και το 2003.
ΘάνατοςΤα τελευταία έξι χρόνια της ζωής της η Τζόουνς τα πέρασε στην οικία του γιου της Ρόμπερτ στο Μαλιμπού, δεν έδινε συνεντεύξεις ούτε έκανε δημόσιες εμφανίσεις. Πέθανε από φυσικά αίτια το Δεκέμβριο του 2009, σε ηλικία 90 ετών.
Φιλμογραφία
1939 New Frontier1943 The Song of Bernadette1944 Since You Went Away1945 Love Letters1946 Cluny Brown1948 Portrait of Jennie1949 We Were Strangers1952 Carrie1953 Beat the Devil1955 Love Is a Many-Splendored Thing1956 The Man in the Gray Flannel Suit1957 The Barretts of Wimpole Street1962 Tender Is the Night1966 The Idol1969 Angel, Angel, Down We Go / Cult of the Damned1974 The Towering Inferno