Η ιστορία της ΤσέλσιΠοδοσφαιρική ομάδα του Δυτικού Λονδίνου με έδρα το Φούλαμ, πέμπτη σε δημοτικότητα και εισπράξεις στην Αγγλία. Έχει κατακτήσει 3 πρωταθλήματα (1955, 2005, 2006), 4 Κύπελλα (1970, 1997, 2000, 2007 ) , 4 Λιγκ Καπ (1965, 1998, 2005, 2007) και 2 Κύπελλα Κυπελλούχων Ευρώπης (1971, 1998).Ιδρύθηκε στις 14 Μαρτίου 1905 στην παμπ «The Rising Sun» (σήμερα «The Butcher's Hook»), που βρίσκεται απέναντι από την κύρια είσοδο του γηπέδου της επί της οδού Φούλαμ. Η πρωτοβουλία ανήκε στην οικογένεια Μιρς, στην ιδιοκτησία της οποίας ανήκε το γήπεδό της, που φέρει την ονομασία «Στάμφορντ Μπριτζ». Οι Μιρς απευθύνθηκαν αρχικά στην ομάδα της Φούλαμ για να χρησιμοποιήσει το «Στάμφορντ Μπριτζ» ως έδρα και όταν οι διοικούντες της αρνήθηκαν αποφάσισαν να φτιάξουν τη δική τους ομάδα.
Της έδωσαν το όνομα Τσέλσι, το όνομα του γειτονικού με το Φούλαμ, πλούσιου προαστίου του Λονδίνου. Ως χρώμα της ομάδας ορίσθηκε το μπλε και το σήμα της ομάδας έδειχνε ένα συνταξιούχο, εξ ου και τα προσωνύμια της ομάδας «Μπλε» και «Συνταξιούχοι», που την ακολουθούν μέχρι σήμερα.
Η Τσέλσι έκανε αισθητή την παρουσία της στο αγγλικό ποδόσφαιρο στις αρχές της δεκαετίας του '50, όταν τις τύχες της ανέλαβε ο μάνατζερ ο Τεντ Ντρέικ. Έφερε επαναστατικές αλλαγές στην εικόνα της ομάδας, στοχεύοντας στον νεαρόκοσμο της περιοχής (αντικατέστησε τον συνταξιούχο με ένα λιοντάρι στο σήμα της ομάδας) και οδήγησε την Τσέλσι στον πρώτο της τίτλο, το πρωτάθλημα Αγγλίας το 1955.
Η δεκαετία του '60 ήταν εξίσου επιτυχημένη υπό την καθοδήγηση του Τόμι Ντόχερτυ και του Ντέιβ Σέξτον. Η ομάδα κατέκτησε ένα λιγκ καπ (1965), ένα κύπελλο (1970) και το 1971 ήλθε ο πρώτος ευρωπαϊκός τίτλος με την κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων σε διπλό τελικό κόντρα στη Ρεάλ Μαδρίτης (1-1 και 2-1) στο «Στάδιο Καραϊσκάκη».
Η συνέχεια ήταν καταστροφική για τους Λονδρέζους, που τα είδαν όλα. Αντιμετώπισαν το φάσμα της χρεωκοπίας, υποβιβάστηκαν σε μικρότερες κατηγορίες, ενώ έγιναν δακτυλοδεικτούμενοι για τους χούλιγκανς - οπαδούς τους, που ανήκαν σε νεοναζιστικές ομάδες.
Ο σωτήρας της Τσέλσι ήταν ο επιχειρηματίας Κεν Μπέιτς, μία από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του αγγλικοί ποδοσφαίρου. Αγόρασε την ομάδα στα μέσα της δεκαετίας του '90 στη συμβολική τιμή της μιας λίρας και γρήγορα την έφερε στο προσκήνιο, με παίκτες προσωπικότητες, όπως ο Ρούουντ Γκούλιτ και ο Τζιανλούκα Βιάλι, που διατέλεσαν και προπονητές της. Οι τίτλοι ήρθαν γρήγορα: Κύπελλο Αγγλίας (1997 και 2000), Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης και Λιγκ Καπ το 1998.
Τον Ιούνιο του 2003 ο Μπέιτς πούλησε την ομάδα στον ρώσο μεγιστάνα Ρόμαν Αμπράμοβιτς αντί του ποσού - ρεκόρ των 140 εκατομμυρίων λιρών
. Η ομάδα απέκτησε νέο παρατσούκλι, «Τσέλσκι», εξαιτίας της ρωσικής καταγωγής του νέου ιδιοκτήτη της. Ο Αμπράμοβιτς έριξε πακτωλό χρημάτων στην ομάδα, προσέλαβε προπονητή τον πορτογάλο Ζοζέ Μουρίνιο, με αποτέλεσμα δύο πρωταθλήματα και δύο Λιγκ Καπ, όχι όμως και το Τσάμπιονς Λιγκ, που αποτελεί τον διακαή πόθο του Αμπράμοβιτς και των οπαδών της.Τη βάση των οπαδών της Τσέλσι αποτελούν οι εργατικές περιοχές του Δυτικού Λονδίνου και οι πλούσιοι κάτοικοι του προαστίου Τσέλσι. Οι «Μπλε» δεν έχουν κάποιο «αιώνιο» αντίπαλο, όπως συμβαίνει με τους μεγάλους ποδοσφαιρικούς συλλόγους του κόσμου. Η Φούλαμ, με την οποία ανήκουν στην ίδια γειτονιά, έπαιζε για πολλά χρόνια σε μικρότερες κατηγορίες και τα μεταξύ τους παιχνίδια υπήρξαν λίγα για να προλάβει να μυθοποιηθεί η μεταξύ τους κόντρα. Σύμφωνα με μία δημοσκόπηση του 2004, οι οπαδοί της Τσέλσι θεωρούν ως τις πιο μισητές ομάδες την Άρσεναλ, την Τότεναμ και τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.
Την μπλε φανέλα της Τσέλσι έχουν φορέσει σπουδαίοι ποδοσφαιριστές, όπως οι Μπονέτι, Γκριβς, Γουέμπ, Χάρις, Λε Σο, Χόλινς, Γουίλκινς, Οσγκουντ, Χιουζ, Γουάιζ, Ντι Ματέο, Πετρέσκου, Γκούλιτ, Τζόλα, Βιάλι, Λεμπέφ, Μπαμπαγιάρο, Φλο, Ντεσαγί, Γκούντγιονσεν και οι σύγχρονοι Τέρι, Λάμπαρντ, Ντρογκμπά, Μακελελέ, Σεβτσένκο, Μπάλακ, Ρόμπεν και Τσεχ.
Άγγελος ΑναστασιάδηςΟ Άγγελος Αναστασιάδης (γεννημένος στους Νέους Επιβάτες Θεσσαλονίκης στις 8 Μαρτίου 1953), είναι παλιός ποδοσφαιριστής (αγωνιζόταν στη θέση του μέσου) και νυν προπονητής. Από το 2004 είναι ομοσπονδιακός προπονητής της Εθνικής Κύπρου.

Αυστραλίας. Τον Αύγουστο του 1958 παρουσιάζεται στο Δουβλίνο. Στις 6 του μηνός σημειώνει το πρώτο (από τα 17 που έκανε) παγκόσμιο ρεκόρ. Γίνεται ο νεότερος αθλητής που δεν χρειάζεται καν 4 λεπτά για να διανύσει το μίλι (3.54.5). Εικοσιδύο μέρες μετά πάει στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας, … για να σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ και στα 1.500 μ. (κατά 2.1’’). Το 1960 η «Αιώνια Πόλη», η Ρώμη ανοίγει τις πύλες της στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Ελιοτ παρουσιάζεται στα κουλουάρ με τον απαραίτητο ενθουσιασμό. Κάτι που δεν ισχύει και για τους αντιπάλους του. Χωρίς κίνητρο (ήταν μακράν ο καλύτερος) κερδίζει τα 1.500μ με διαφορά 20 μέτρων από το δεύτερο, ενώ ρίχνει το χρόνο του (και παρεμπιπτόντως παγκόσμιο ρεκόρ) κατά 2.8’’. Έχει φτάσει ήδη στα 3.35.6. Χρόνος που θα του έδινε το χρυσό σε όλους τους Ολυμπιακούς αγώνες που ακολούθησαν μέχρι σήμερα, εκτός του 1968 στο Μεξικό και του 1984 στο Λος Άντζελες! Υπήρχε κάτι καλύτερο από αυτό; Όχι. Για αυτό και τον Μάιο του 1961 αποφάσισε να κρεμάσει τα παπούτσια του. Ουδέποτε είπε το λόγο. Βάσει της φιλοσοφίας του… οι ειδικοί υπέθεσαν πως είχε φτάσει στο ζενίθ. Δεν πίστευε πως θα μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο. Καλύτερα να τον θυμόντουσαν παρά να τον λυπούνταν. Αποχωρεί επισήμως το Μάιο του 1961 σε ηλικία 23 χρόνων. Δέχεται πρόταση της «Puma» για συνεργασία στο Βόρειο μέρος της Αμερικής. Το 1977 επιστρέφει στην Αυστραλία και το 1998 γίνεται μέλος της Ολυμπιακής επιτροπής στην Αυστραλία.Σήμερα ζει ευτυχισμένος με την οικογένειά του στο Νιούτραλ Μπέι της Μελβούρνης και διδάσκει πως «σε οποιοδήποτε αγώνα επιτρέπεις σε κάποιον να σε νικήσει –γιατί του το επιτρέπεις όταν δεν είσαι 100% ψυχολογικά έτοιμος και αποφασισμένος για όλα-δημιουργείς προηγούμενο που μπορεί να σου στοιχίσει τη νίκη στο
σημαντικότερο –κατ’ εσέ- αγώνα», αλλά και ότι «είναι η έμπνευση των Ολυμπιακών αγώνων που οδηγεί τους ανθρώπους όχι μόνο στον ανταγωνισμό, αλλά και τη βελτίωση. Το πνεύμα συντηρείται για πάντα. Οι αθλητές κερδίζουν περισσότερα. Και προσφέρει έμπνευση στους λίγους τυχερούς που μπορούν να γίνουν μάρτυρες της αφοσίωσης στον αθλητισμό».
1951. Μόνο μια τρίχρονη διακοπή για να υπηρετήσει την πατρίδα στη διάρκεια του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου. Μια λαμπρή καριέρα με μπόλικα χρυσά γάντια, 2.214 χτυπήματα, το περιβόητο εκείνο ρεκόρ του '41, και κάμποσες φωτογραφίες του κάτω από το μαξιλάρι ονειροπαρμένων αμερικανών πιτσιρικάδων.
Χέμινγκγουεϊ στο «Ο γέρος και η θάλασσα»: «"Θα ήθελα να πάρω μαζί μου για ψάρεμα τον μεγάλο Ντι Μάτζιο" είπε ο γέρος. "Λένε ότι ο πατέρας του ήταν ψαράς. Μπορεί να ήταν τόσο φτωχός όσο εμείς και θα καταλάβαινε"». Πέθανε στις 8 Μαρτίου 1999.Οι Αμερικανοί τον θρήνησαν ως το τελευταίο σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Γιατί δεν ήταν απλώς ο παίκτης που κατέχει το ρεκόρ των επιτυχημένων χτυπημάτων σε 56 συνεχόμενα παιχνίδια (άθλο που πιστοποιεί το βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες και που δεν έχει ξεπεράσει κανένας από τότε, το 1941) ούτε απλώς ένας από τους συζύγους της Μέριλιν. Ηταν ο αθλητής και ο άνθρωπος που πήρε το γάντι του μπέιζμπολ, αυτό που έχει μεγαλώσει γενιές και γενιές από Αμερικανάκια, και το παραγέμισε με ήθος, αξιοπρέπεια και σφρίγος (καρδιάς κυρίως).
πανό με ρατσιστικά και αντισημιτικά συνθήματα.