Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Μαρτίου 2011

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΣΕΛΣΙ


Η ιστορία της ΤσέλσιΠοδοσφαιρική ομάδα του Δυτικού Λονδίνου με έδρα το Φούλαμ, πέμπτη σε δημοτικότητα και εισπράξεις στην Αγγλία. Έχει κατακτήσει 3 πρωταθλήματα (1955, 2005, 2006), 4 Κύπελλα (1970, 1997, 2000, 2007 ) , 4 Λιγκ Καπ (1965, 1998, 2005, 2007) και 2 Κύπελλα Κυπελλούχων Ευρώπης (1971, 1998).
Ιδρύθηκε στις
14 Μαρτίου 1905 στην παμπ «The Rising Sun» (σήμερα «The Butcher's Hook»), που βρίσκεται απέναντι από την κύρια είσοδο του γηπέδου της επί της οδού Φούλαμ. Η πρωτοβουλία ανήκε στην οικογένεια Μιρς, στην ιδιοκτησία της οποίας ανήκε το γήπεδό της, που φέρει την ονομασία «Στάμφορντ Μπριτζ». Οι Μιρς απευθύνθηκαν αρχικά στην ομάδα της Φούλαμ για να χρησιμοποιήσει το «Στάμφορντ Μπριτζ» ως έδρα και όταν οι διοικούντες της αρνήθηκαν αποφάσισαν να φτιάξουν τη δική τους ομάδα.
Της έδωσαν το όνομα Τσέλσι, το όνομα του γειτονικού με το Φούλαμ, πλούσιου προαστίου του Λονδίνου. Ως χρώμα της ομάδας ορίσθηκε το μπλε και το σήμα της ομάδας έδειχνε ένα συνταξιούχο, εξ ου και τα προσωνύμια της ομάδας «Μπλε» και «Συνταξιούχοι», που την ακολουθούν μέχρι σήμερα.
Η Τσέλσι έκανε αισθητή την παρουσία της στο αγγλικό ποδόσφαιρο στις αρχές της δεκαετίας του '50, όταν τις τύχες της ανέλαβε ο μάνατζερ ο Τεντ Ντρέικ. Έφερε επαναστατικές αλλαγές στην εικόνα της ομάδας, στοχεύοντας στον νεαρόκοσμο της περιοχής (αντικατέστησε τον συνταξιούχο με ένα λιοντάρι στο σήμα της ομάδας) και οδήγησε την Τσέλσι στον πρώτο της τίτλο, το πρωτάθλημα Αγγλίας το 1955.
Η δεκαετία του '60 ήταν εξίσου επιτυχημένη υπό την καθοδήγηση του Τόμι Ντόχερτυ και του Ντέιβ Σέξτον. Η ομάδα κατέκτησε ένα λιγκ καπ (1965), ένα κύπελλο (1970) και το 1971 ήλθε ο πρώτος ευρωπαϊκός τίτλος με την κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων σε διπλό τελικό κόντρα στη
Ρεάλ Μαδρίτης (1-1 και 2-1) στο «Στάδιο Καραϊσκάκη».
Η συνέχεια ήταν καταστροφική για τους Λονδρέζους, που τα είδαν όλα. Αντιμετώπισαν το φάσμα της χρεωκοπίας, υποβιβάστηκαν σε μικρότερες κατηγορίες, ενώ έγιναν δακτυλοδεικτούμενοι για τους χούλιγκανς - οπαδούς τους, που ανήκαν σε νεοναζιστικές ομάδες.
Ο σωτήρας της Τσέλσι ήταν ο επιχειρηματίας Κεν Μπέιτς, μία από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του αγγλικοί ποδοσφαίρου. Αγόρασε την ομάδα στα μέσα της δεκαετίας του '90 στη συμβολική τιμή της μιας λίρας και γρήγορα την έφερε στο προσκήνιο, με παίκτες προσωπικότητες, όπως ο Ρούουντ Γκούλιτ και ο Τζιανλούκα Βιάλι, που διατέλεσαν και προπονητές της. Οι τίτλοι ήρθαν γρήγορα:
Κύπελλο Αγγλίας (1997 και 2000), Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης και Λιγκ Καπ το 1998.
Τον Ιούνιο του 2003 ο Μπέιτς πούλησε την ομάδα στον ρώσο μεγιστάνα Ρόμαν Αμπράμοβιτς αντί του ποσού - ρεκόρ των 140 εκατομμυρίων λιρών. Η ομάδα απέκτησε νέο παρατσούκλι, «Τσέλσκι», εξαιτίας της ρωσικής καταγωγής του νέου ιδιοκτήτη της. Ο Αμπράμοβιτς έριξε πακτωλό χρημάτων στην ομάδα, προσέλαβε προπονητή τον πορτογάλο Ζοζέ Μουρίνιο, με αποτέλεσμα δύο πρωταθλήματα και δύο Λιγκ Καπ, όχι όμως και το
Τσάμπιονς Λιγκ, που αποτελεί τον διακαή πόθο του Αμπράμοβιτς και των οπαδών της.
Τη βάση των οπαδών της Τσέλσι αποτελούν οι εργατικές περιοχές του Δυτικού Λονδίνου και οι πλούσιοι κάτοικοι του προαστίου Τσέλσι. Οι «Μπλε» δεν έχουν κάποιο «αιώνιο» αντίπαλο, όπως συμβαίνει με τους μεγάλους ποδοσφαιρικούς συλλόγους του κόσμου. Η Φούλαμ, με την οποία ανήκουν στην ίδια γειτονιά, έπαιζε για πολλά χρόνια σε μικρότερες κατηγορίες και τα μεταξύ τους παιχνίδια υπήρξαν λίγα για να προλάβει να μυθοποιηθεί η μεταξύ τους κόντρα. Σύμφωνα με μία δημοσκόπηση του 2004, οι οπαδοί της Τσέλσι θεωρούν ως τις πιο μισητές ομάδες την Άρσεναλ, την Τότεναμ και τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.
Την μπλε φανέλα της Τσέλσι έχουν φορέσει σπουδαίοι ποδοσφαιριστές, όπως οι Μπονέτι, Γκριβς, Γουέμπ, Χάρις, Λε Σο, Χόλινς, Γουίλκινς, Οσγκουντ, Χιουζ, Γουάιζ, Ντι Ματέο, Πετρέσκου, Γκούλιτ, Τζόλα, Βιάλι, Λεμπέφ, Μπαμπαγιάρο, Φλο, Ντεσαγί, Γκούντγιονσεν και οι σύγχρονοι Τέρι, Λάμπαρντ, Ντρογκμπά, Μακελελέ, Σεβτσένκο, Μπάλακ, Ρόμπεν και
Τσεχ.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ


Άγγελος ΑναστασιάδηςΟ Άγγελος Αναστασιάδης (γεννημένος στους Νέους Επιβάτες Θεσσαλονίκης στις 8 Μαρτίου 1953), είναι παλιός ποδοσφαιριστής (αγωνιζόταν στη θέση του μέσου) και νυν προπονητής. Από το 2004 είναι ομοσπονδιακός προπονητής της Εθνικής Κύπρου.
Ποδοσφαιρική καριέραΞεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα στον
ΠΑΟΚ αρχικά από το παιδικό τμήμα, ενώ προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα το 1971. Αγωνίστηκε στην ομάδα της Θεσσαλονίκης ως το 1981, ενώ συνέχισε για τα επόμενα 3 χρόνια στον Παναθηναϊκό, αν και την τρίτη χρονιά (περίοδος 1983-84) είχε ελάχιστες συμμετοχές. Συνέχισε στη Β' εθνική με την Κόρινθο και έκλεισε την καριέρα του στον Διαγόρα Ρόδου, αγωνιζόμενος εκ νέου στην Α' εθνική την περίοδο 1986-87.
Στην Εθνική ομάδαΑγωνίστηκε 12 φορές στην
Εθνική Ελλάδας στο διάστημα 1975 - 1980. Η πρώτη του συμμετοχή ήταν σε έναν φιλικό αγώνα Κύπρου - Ελλάδας (1-2) την 1η Απριλίου 1975 στη Λευκωσία, όπου μάλιστα σκόραρε με εκτέλεση πέναλτι (μοναδικό του γκολ στην Εθνική). Τελευταία του συμμετοχή και πάλι σε φιλικό αγώνα, με αντίπαλο τη Βουλγαρία (0-0) στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας στις 14 Μαΐου 1980.
Προπονητική καριέραΗ προπονητική του καριέρα ξεκίνησε από τις «μικρές» κατηγορίες (
Διαγόρας, Παναργειακός, Καβάλα), με την τελευταία μάλιστα κέρδισε το 1994 την άνοδο στην Α' εθνική μετά από απουσία 12 ετών. Η πρώτη του μάλιστα παρουσία σαν προπονητής Α' εθνικής ήταν εναντίον της παλιάς του ομάδας (ΠΑΟΚ - Καβάλα 4-0 στην πρεμιέρα της περιόδου 1994-95).
Συνέχισε διαδοχικά στους
Εδεσσαϊκό (έως τον Ιανουάριο του 1997), στον ΠΑΟΚ (1997 έως 1999), στον Ηρακλή (2000), στον Παναθηναϊκό (ως το 2001), ξανά στον Ηρακλή (2002) και εκ νέου στον ΠΑΟΚ (ως το 2004). Από το 2004 είναι ο ομοσπονδιακός προπονητής της Εθνικής Κύπρου, ο 15ος στην ιστορία της ομάδας από το 1960.
Ψηφίστηκε από τους αθλητικούς συντάκτες ως κορυφαίος
προπονητής στην Ελλάδα το 2000 και το 2003.
ΤίτλοιΟ Άγγελος Αναστασιάδης κέρδισε συνολικά 6 τίτλους στην καριέρα του, 5 σαν ποδοσφαιριστής και έναν σαν προπονητής.
Σαν ποδοσφαιριστής·
Κύπελλο 1974 με τον ΠΑΟΚ
·
Πρωτάθλημα 1976 με τον ΠΑΟΚ
·
Κύπελλο 1982 με τον Παναθηναϊκό
·
Πρωτάθλημα 1984 με τον Παναθηναϊκό
·
Κύπελλο 1984 με τον Παναθηναϊκό
Σαν προπονητής·
Κύπελλο 2003 με τον ΠΑΟΚ

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

HERB ELLIOTT - ΧΕΡΜΠΕΡΤ ΕΛΙΟΤ


Χέρμπερτ Έλιοτ: Σταμάτησε στα 23 του επειδή δεν είχε κανένα άλλο να νικήσει!Προπόνηση με Πλάτωνα και ο Αριστοτέλη! Η φιλοσοφία των Στωϊκών και ο τρόπος ζωής του!Υπάρχουν πολλοί αθλητές που σταματούν τον αθλητισμό στα 23 χρόνια τους επειδή απλά δεν έχουν να νικήσουν κανένα άλλο; Ο Χέρμπερτ Έλιοτ ανήκει σ’ αυτή την εξαιρετική κατηγορία κι όταν στα τέλη του 20ου αιώνα ειδικοί κλήθηκαν να επιλέξουν τους κορυφαίου του αιώνα έχασε μόνο από τον Καρλ Λιούις. Απίστευτο; Απλά αληθινό.Γεννημένος στο Περθ, στις 25 Φεβρουαρίου του 1938, «επιθετικό και απαιτητικό παιδί», όπως τον περιέγραψε η μητέρα του χρόνια αργότερα, έζησε την πρώτη του ήττα στο μίλι, σε ηλικία 14 χρόνων, από «έλλειψη αυτοπεποίθησης». Δεν τα παράτησε! Τουναντίον, τρία χρόνια αργότερα (το 1955) παρακολούθησε μια ομιλία που έβγαλε ο θρυλικός προπονητής Πέρσι Σερούτι σε σχολείο της δυτικής Αυστραλίας. Τότε ο Χερμπ είχε βελτιώσει το χρόνο του σε 4.26’’ και άκουσε από τα χείλη του μετέπειτα μέντορά του πως «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε λιγότερο από δυο χρόνια θα τρέχεις το μίλι κάτω από τα τέσσερα λεπτά». Είχε δίκιο…Κάπως έτσι ξεκίνησε μια ιστορική συνεργασία, έστω κι ένα χρόνο αργότερα.Ο πατέρας Ελιοτ που λέτε, πήρε το 1956 τον 18χρονο γιο του στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μελβούρνης. Εκεί παρακολούθησε τον Σοβιετικό Βλάντιμιρ Κουτς να σαρώνει τους αντιπάλους του στα 5.000 και τα 10.000 μέτρα. Μόλις είχε βρει ίνδαλμα. Έμεινε να βρει και προπονητή. Με συνοπτικές διαδικασίες (τον Δεκέμβρη του ίδιου χρόνου) μετακόμισε στο Πόρτσι, χτύπησε την πόρτα του Σερούτι και… το νερό μπήκε στο αυλάκι. Πρόγραμμα εκγύμνασης δεν είδε ποτέ. Περισσότερα από 50 ή εξήντα μίλια δεν έτρεξε καμία εβδομάδα.Όμως η «μέθοδος Σερούτι» περιλάμβανε και κάποια άλλα στοιχεία περισσότερο πρωτότυπα από τη δίαιτα. Όπως η ανάγνωστη αποσπασμάτων από τη Βίβλο, αλλά και Πλάτωνα ή Αριστοτέλη. «Ο στωϊκισμός και η φιλοσοφία του περισσότερο ήταν φιλοσοφία ζωής», είχε πει ο Ελιοτ. Ο γκουρού του τον φώναζε «Στόταν» (συνδυασμός του Στωικού και του Σπαρτιάτη).Το κρεσέντο ξεκινά στα 20, οπότε ρίχνει το χρόνο αρχικά κατά 14’’ (στα 4.06’’) ακολουθεί το 4.04 και το 4.00.01 στο πρωτάθλημα της Αυστραλίας. Τον Αύγουστο του 1958 παρουσιάζεται στο Δουβλίνο. Στις 6 του μηνός σημειώνει το πρώτο (από τα 17 που έκανε) παγκόσμιο ρεκόρ. Γίνεται ο νεότερος αθλητής που δεν χρειάζεται καν 4 λεπτά για να διανύσει το μίλι (3.54.5). Εικοσιδύο μέρες μετά πάει στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας, … για να σπάσει το παγκόσμιο ρεκόρ και στα 1.500 μ. (κατά 2.1’’). Το 1960 η «Αιώνια Πόλη», η Ρώμη ανοίγει τις πύλες της στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Ελιοτ παρουσιάζεται στα κουλουάρ με τον απαραίτητο ενθουσιασμό. Κάτι που δεν ισχύει και για τους αντιπάλους του. Χωρίς κίνητρο (ήταν μακράν ο καλύτερος) κερδίζει τα 1.500μ με διαφορά 20 μέτρων από το δεύτερο, ενώ ρίχνει το χρόνο του (και παρεμπιπτόντως παγκόσμιο ρεκόρ) κατά 2.8’’. Έχει φτάσει ήδη στα 3.35.6. Χρόνος που θα του έδινε το χρυσό σε όλους τους Ολυμπιακούς αγώνες που ακολούθησαν μέχρι σήμερα, εκτός του 1968 στο Μεξικό και του 1984 στο Λος Άντζελες! Υπήρχε κάτι καλύτερο από αυτό; Όχι. Για αυτό και τον Μάιο του 1961 αποφάσισε να κρεμάσει τα παπούτσια του. Ουδέποτε είπε το λόγο. Βάσει της φιλοσοφίας του… οι ειδικοί υπέθεσαν πως είχε φτάσει στο ζενίθ. Δεν πίστευε πως θα μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο. Καλύτερα να τον θυμόντουσαν παρά να τον λυπούνταν. Αποχωρεί επισήμως το Μάιο του 1961 σε ηλικία 23 χρόνων. Δέχεται πρόταση της «Puma» για συνεργασία στο Βόρειο μέρος της Αμερικής. Το 1977 επιστρέφει στην Αυστραλία και το 1998 γίνεται μέλος της Ολυμπιακής επιτροπής στην Αυστραλία.Σήμερα ζει ευτυχισμένος με την οικογένειά του στο Νιούτραλ Μπέι της Μελβούρνης και διδάσκει πως «σε οποιοδήποτε αγώνα επιτρέπεις σε κάποιον να σε νικήσει –γιατί του το επιτρέπεις όταν δεν είσαι 100% ψυχολογικά έτοιμος και αποφασισμένος για όλα-δημιουργείς προηγούμενο που μπορεί να σου στοιχίσει τη νίκη στο σημαντικότερο –κατ’ εσέ- αγώνα», αλλά και ότι «είναι η έμπνευση των Ολυμπιακών αγώνων που οδηγεί τους ανθρώπους όχι μόνο στον ανταγωνισμό, αλλά και τη βελτίωση. Το πνεύμα συντηρείται για πάντα. Οι αθλητές κερδίζουν περισσότερα. Και προσφέρει έμπνευση στους λίγους τυχερούς που μπορούν να γίνουν μάρτυρες της αφοσίωσης στον αθλητισμό».
Πλήρες όνομα: Herbert James “Herb” Elliott
Εθνικότητα: Αυστραλός
Αγώνισμα: 1.500μ, Μίλι
Γεννήθηκε: 25 Φεβρουαρίου 1938, στο Σουμπιάκο της Δυτικής Αυστραλίας
Ύψος: 1μ81
Βάρος: 68 κιλά
Συμμετοχές σε Ολυμπιακούς Αγώνες
1960 (Ρώμη): 1ος στα 1.500μ (3.35.6-παγκόσμιο ρεκόρ)
Ατομικό ρεκόρ: 3.35.6 (1960)

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

JOE DIMAGGIO - ΤΖΟ ΝΤΙ ΜΑΤΖΙΟ


Τζο Ντι ΜάτζιοΟ Τζο Ντι Μάτζιο Τζούνιορ γεννήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1914. Οχι, όχι στη Νέα Υόρκη (όπως θα επιθυμούσε πλήθος δημάρχων της) αλλά στο Μαρτίνες, μια κοινότητα ψαράδων 25 μίλια νοτιοανατολικά της Golden Gate. Οι πρώτες θολές εικόνες του είναι όμως από το Fisherman's Wharf του Σαν Φρανσίσκο, εκεί όπου μετακόμισαν οι γονείς του, ιταλοί μετανάστες από το Ιζολα Ντέλε Φέμινε, ένα νησάκι της σικελικής ακτής, ένα χρόνο μετά τη γέννησή του. Γιατί εκεί τα νερά ήταν πιο γλυκά, τα ψάρια και τα καβούρια πιο ευκολόπιστα. Το όγδοο από τα εννέα παιδιά μιας από τις τόσες ιταλιάνικες φαμίλιες που είχαν έρθει να βρουν την τύχη τους στον Νέο Κόσμο ούτε είχε ακούσει ποτέ τη λέξη «μπέιζμπολ». Ο πατέρας του Τζιουζέπε Πάολο, ψαράς από κούνια, και η μητέρα Ροζαλία, με τα αμυγδαλωτά μάτια και τη νοσταλγία για τη χαμένη πατρίδα, δεν μιλούσαν σχεδόν καθόλου αγγλικά.
Ο Τζιουζέπε πάντως δεν είχε σκοπό να «παίξει» με το μέλλον των γιων του και ας τους είχε «βάλει» από νωρίς στο ψαροκάικο. Μόνο οι δύο, ο Τομ και ο Μάικ, έπρεπε να ακολουθήσουν τα χνάρια του (ο Μάικ θα χάσει τη ζωή του το 1953, σε ηλικία 44 ετών, μια νύχτα στη θάλασσα). Για τους υπόλοιπους, ήθελε ο ένας να γίνει μεγάλο αστέρι της όπερας (ο Βίνσεντ, που είχε το ταλέντο αλλά δεν υπήρχαν αρκετά δολάρια να τον στείλουν για σπουδές στην Ιταλία), ο άλλος, ο Ντομινίκ, να γίνει δικηγόρος γιατί φορούσε γυαλιά και ο πέμπτος, ο Τζο, καθ' ότι ήταν επαγγελματίας «lagnuso» («τεμπελόσκυλο») και λάτρευε το καθισιό, να γίνει ­ τι άλλο; ­ λογιστής! Κάπως έτσι εισέβαλε ο όρος «μπέιζμπολ» στο σπιτικό των Ντι Μάτζιο. Ηταν ο μοναδικός τρόπος για να γλιτώσουν ο Βίνσεντ, ο διοπτροφόρος Ντομινίκ και φυσικά ο Τζο από τις ψαράδικες αγγαρείες.
Ο πρώτος επαγγελματίας παίκτης της φαμίλιας ήταν ο Βίνσεντ, που δεν άργησε να βρεθεί στην ομάδα των Σαν Φρανσίσκο Σιλς. «Πιτσιρικάς ήμουν πολύ φαντασμένος» θα εξομολογηθεί ο μικρότερος Τζο πολλά χρόνια αργότερα. «Είπα λοιπόν στον εαυτό μου: "Αφού μπορεί ο Βινς να βγάζει φράγκα παίζοντας μπάλα, γιατί όχι κι εγώ;"». Δεν πίστευε στ' αφτιά του όταν οι Σαν Φρανσίσκο Σιλς τον κάλεσαν να προπονηθεί μαζί τους για τη σεζόν του 1933. Οι αθλητικογράφοι τον περιέγραφαν ως «έναν ψηλολέλεκα, όλο χέρια και πόδια» (δεν ήταν και τόσο σύνηθες στα γήπεδα του μπέιζμπολ το ύψος 1.90). Τρία χρόνια αργότερα, και όταν οι επιδόσεις του ως centerfielder είχαν αρχίσει να ακούγονται, οι περιώνυμοι Yankees της Νέας Υόρκης του προσέφεραν επαγγελματικό συμβόλαιο. Ο Μπέιμπι Ρουθ είχε αποσυρθεί από την ενεργό δράση και το άθλημα είχε ανάγκη από ένα σταρ. Θα μείνει μαζί τους ως το 1951. Μόνο μια τρίχρονη διακοπή για να υπηρετήσει την πατρίδα στη διάρκεια του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου. Μια λαμπρή καριέρα με μπόλικα χρυσά γάντια, 2.214 χτυπήματα, το περιβόητο εκείνο ρεκόρ του '41, και κάμποσες φωτογραφίες του κάτω από το μαξιλάρι ονειροπαρμένων αμερικανών πιτσιρικάδων.
Ο Τζο Ντι Μάτζιο δεν ακτινοβολούσε μόνο όταν κατάφερνε να χτυπήσει την μπάλα και να πατήσει τη βάση. Ηταν περιζήτητος στους κοσμικούς κύκλους της Νέας Υόρκης με τα ατσάκιστα κοστούμια και τους άψογους τρόπους. Το 1939 παντρεύεται την εντελώς άγνωστη στάρλετ Ντόροθι Αρνολντ αλλά ο γάμος θα λήξει πέντε χρόνια αργότερα. Η συνάντηση με τη Μέριλιν θα λάβει χώρα σε ένα ρεστοράν του Μανχάταν όταν εκείνος, 39 ετών, είχε χορτάσει από προβολείς και εκείνη, 27 ετών, μόλις είχε αρχίσει φλερτ με το σταρ σύστεμ. Καταδικασμένη εξαρχής δηλαδή. Τα πρώτα λεπτά της γνωριμίας εκείνη δεν θα του δώσει ιδιαίτερη σημασία. Οταν όμως ο Μίκι Ρούνεϊ άρχισε να πλέκει το εγκώμιο του Ντι Μάτζιο, η Μέριλιν δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Ο γάμος τους (στις 5 Οκτωβρίου 1954) θα διαρκέσει ακριβώς 274 ημέρες. Ισως το πιο γνωστό στον Τύπο περιστατικό από την κοινή ζωή τους ήταν εκείνο που συνέβη στη διάρκεια του μήνα του μέλιτος στην Ιαπωνία. Η Μέριλιν προσκλήθηκε να διασκεδάσει με το μπρίο της τα αμερικανικά στρατεύματα στην Κορέα. Οταν γύρισε χαμογελούσε ολόκληρη. «Τζο, Τζο, ήταν υπέροχα, οι στρατιώτες με λάτρεψαν. Δεν έχεις ακούσει τέτοιες επευφημίες». Εκείνος απάντησε ήρεμα: «Και όμως, αγάπη μου, τις έχω ακούσει...».
Παρέμειναν φίλοι και μετά το διαζύγιο. Και όταν το 1962 η θεά υπέκυψε στα βαρβιτουρικά (ή ό,τι τέλος πάντων υποστηρίζουν οι πιο πρόσφατες θεωρίες συνωμοσίας), εκείνος φρόντισε τα πάντα για την τελετή του ύστατου αντίο. Τη θυμόταν πάντα ως «το ανοιχτόκαρδο κορίτσι που έπεσε θύμα εκμετάλλευσης εκείνων των τύπων στο Χόλιγουντ». Και όταν βρέθηκε κάποτε tete-a-tete με τον Ρόμπερτ Κένεντι, απέστρεψε οργισμένος το βλέμμα του. Για πολλά χρόνια δεν παρέλειπε να της στέλνει ρόδα στο κοιμητήριο.
Στο μεταξύ οι Yankees τον προσκαλούσαν να εγκαινιάζει τη σεζόν ρίχνοντας την πρώτη μπαλιά. Γράφτηκαν τραγούδια για τον Ντι Μάτζιο, ο Νίκολας Ρεγκ τον συμπεριέλαβε το 1985 στην ταινία του «Μια νύχτα με τη Μέριλιν» (μαζί με την πρώην σύζυγό του, τον Αϊνστάιν και τον γερουσιαστή Τζο Μακάρθι). Εκείνος αποσύρθηκε διακριτικά στο σπίτι του και περνούσε τον χρόνο του μαγειρεύοντας «τσιοπίνο» για τους φίλους του μπεϊζμπολίστες στο εστιατόριό του «Joe DiMaggio's Grotto», ενώ το 'ριξε σιγά σιγά στις αγαθοεργίες και στη νοσταλγία. Ακόμη και όταν χτυπήθηκε από την επάρατο νόσο, ακόμη και όταν τα «κοράκια» του NBC ανακοίνωσαν (τον περασμένο Ιανουάριο) τον... ψευτοθάνατό του, το Ιστιοφόρο δεν σταμάτησε να αρμενίζει. Ισως γι' αυτό για αρκετούς Αμερικανούς το αμερικανικό όνειρο έσβησε μαζί του την περασμένη Δευτέρα. Ισως γι' αυτό οι περισσότεροι θα ήθελαν να τον έχουν παρέα δίπλα τους. Οπως ο Ερνεστ Χέμινγκγουεϊ στο «Ο γέρος και η θάλασσα»: «"Θα ήθελα να πάρω μαζί μου για ψάρεμα τον μεγάλο Ντι Μάτζιο" είπε ο γέρος. "Λένε ότι ο πατέρας του ήταν ψαράς. Μπορεί να ήταν τόσο φτωχός όσο εμείς και θα καταλάβαινε"». Πέθανε στις 8 Μαρτίου 1999.Οι Αμερικανοί τον θρήνησαν ως το τελευταίο σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Γιατί δεν ήταν απλώς ο παίκτης που κατέχει το ρεκόρ των επιτυχημένων χτυπημάτων σε 56 συνεχόμενα παιχνίδια (άθλο που πιστοποιεί το βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες και που δεν έχει ξεπεράσει κανένας από τότε, το 1941) ούτε απλώς ένας από τους συζύγους της Μέριλιν. Ηταν ο αθλητής και ο άνθρωπος που πήρε το γάντι του μπέιζμπολ, αυτό που έχει μεγαλώσει γενιές και γενιές από Αμερικανάκια, και το παραγέμισε με ήθος, αξιοπρέπεια και σφρίγος (καρδιάς κυρίως). 


Δήμητρα Σέττα

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Η ιστορία της Λάτσιο


Αθλητικός σύλλογος της Ιταλίας με έδρα τη Ρώμη. Καλλιεργεί 37 αθλήματα, από το κρίκετ και το ράγκμπι έως την πτώση με αλεξίπτωτο. Πιο γνωστό βεβαίως είναι το ποδοσφαιρικό του τμήμα.
Η Λάτσιο ιδρύθηκε ως σωματείο στίβου στις
9 Ιανουαρίου 1900 από τον υπαξιωματικό του στρατού Λουίτζι Μπιτζαρέλι. Με έντονες τις αναμνήσεις από τους Ολυμπιακούς της Αθήνας (1896), ο Μπιτζαρέλι και οι συνεργάτες του επέλεξαν ως χρώματα του νέου συλλόγου το γαλάζιο και το λευκό για να τιμήσουν την Ελλάδα, που αναβίωσε τους Αγώνες. Το όνομα Λάτσιο προήλθε από τον νομό, πρωτεύουσα του οποίου είναι η Ρώμη, γνωστό ως Λάτιο στους Έλληνες.
Το ποδοσφαιρικό τμήμα της Λάτσιο ιδρύθηκε το 1901. Το 1927 οι παράγοντες του σωματείου αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην επιχειρηθείσα από το φασιστικό καθεστώς Μουσολίνι συνένωση όλων των ομάδων της Ρώμης και τη δημιουργία μιας μόνο ομάδας, της
Ρόμα, που θα κόντραρε τους συλλόγους του βορρά. Από τότε χρονολογείται η κόντρα μεταξύ της Ρόμα και της Λάτσιο. Κάθε αγώνας των δύο ομάδων στην κοινή τους έδρα, το «Ολύμπικο», αποτελεί το κλασσικό ντέρμπι της Αιώνιας Πόλης, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Το 1929 η Λάτσιο συμμετείχε στο πρώτο ενιαίο πρωτάθλημα Ιταλίας και το 1937, με επικεφαλής τον θρυλικό κυνηγό Σίλβιο Πιόλα, κατέκτησε τη δεύτερη θέση, που ήταν και η μοναδική προπολεμική της διάκριση. Οι δεκαετίες του '50 και '60 κύλησαν στη μετριότητα, με τη Λάτσιο να ανεβοκατεβαίνει μεταξύ πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Μοναδική εξαίρεση, η κατάκτηση του Κυπέλλου Ιταλίας το 1958, που αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη της επιτυχία.
Το 1974 κατακτά το πρώτο της πρωτάθλημα, με βασικούς συντελεστές τον προπονητή Τομάσο Μαεστρέλι και τους ποδοσφαιριστές Γουίλσον, Τσεκόνι, Φρουσταλούπι και Κινάλια. Στη συνέχεια, η Λάτσιο περνά μια νέα περίοδο στην αφάνεια, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '90, όταν τις τύχες αναλαμβάνει ο βαθύπλουτος επιχειρηματίας Σέρτζιο Κρανιότι. Ο ιδιοκτήτης της πολυεθνικής βιομηχανίας τροφίμων Cirio φτιάχνει μια ανταγωνιστική ομάδα, με σπουδαίους ποδοσφαιριστές, την κορυφαία στην ιστορία του συλλόγου. Το 2002 ο Κρανιότι αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον σύλλογο, εξαιτίας ενός οικονομικού σκανδάλου, με αποτέλεσμα ο σύλλογος να βυθισθεί και πάλι στην ανυποληψία.
Η Λάτσιο αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα με τους φανατικούς οπαδούς της, τους λεγόμενους «Irriducibili» («Αμείωτοι»), οι οποίοι είναι ακροδεξιών φρονημάτων και προκαλούν συχνά με τη συμπεριφορά τους. Όταν δεν αναμιγνύονται σε αιματηρά επεισόδια, αναρτούν στο «Ολύμπικο» πανό με ρατσιστικά και αντισημιτικά συνθήματα.
Από τις τάξεις της Λάτσιο πέρασαν σπουδαίοι ποδοσφαιριστές, όπως οι: Σίλβιο Πιόλα, Τζόρτζιο Κινάλια, Μάριο Φρουσταλούπι, Μπρούνο Τζορντάνο, Ατίλιο Λομπάρντο, Ρομπέρτο Μαντσίνι, Αλεσάντρο Νέστα, Φαμπρίτσιο Ραβανέλι, Τζουζέπε (Μπέπε) Σινιόρι, Ματίας Αλμέιδα, Ντιέγκο Σιμεόνε, Αμαρίλντο, Καρλαχάιντζ Ρίντλε, Γιάαπ Σταμ, Κριστιάν Βιέρι, Μαρτσέλο Σάλας, Πάβελ Νέντβεντ, Μίκαελ Λάουντρουπ και Σίνισα Μιχαήλοβιτς.
Διασημότητες που υποστηρίζουν τη Λάτσιο είναι οι: Λούτσιο Μπατίστι (τραγουδοποιός), Ντάριο Αρτζέντο (σκηνοθέτης), Πιερλουίτζι Κολίνα (παλαίμαχος διαιτητής), Μπαντ Σπένσερ (ηθοποιός), Πιέτρο Ινγκράο (κομμουνιστής ηγέτης, πρώην πρόεδρος της Βουλής) και Φραντσέσκο Ρουτέλι (πρώην Δήμαρχος Ρώμης και Υπουργός της κυβέρνησης Πρόντι).
ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ· Πρωταθλήματα Ιταλίας (2): 1974, 2000.
· Κύπελλα Ιταλίας (4): 1958, 1998, 2000, 2004.
·
Κύπελλο Κυπελλούχων (1): 1999.
· Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ (1): 1999.


Δήμητρα Σέττα