Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλληνες Σκηνοθέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλληνες Σκηνοθέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΛΕΜΟΣ


Αδαμάντιος ΛεμόςΟ Αδαμάντιος Λεμός (1916, Καρδάμυλα, Χίος - 21 Σεπτεμβρίου 2006) ήταν σημαντική φυσιογνωμία του νεοελληνικού θεάτρου. Πέρα από τη συμμετοχή του σε μεγάλους θιάσους στα πρώτα του βήματα («Θίασος Κοτοπούλη», «Θίασος Κατερίνας», «Θυμελικός Θίασος Λίνου Καρζή», «Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν») και τη δημιουργία του «Θιάσου Λεμού» (έτος ιδρύσεως 1944), ο σημαντικός σταθμός της θεατρικής του δραστηριότητας είναι η περίοδος 1947-1950, όπου ξεκινάει την πρώτη μεταπολεμική έρευνα και προβολή των νέων θεατρικών δυνάμεων. Επίσης στην Αμερική δημιουργεί το πρώτο μόνιμο ελληνικό θέατρο την περίοδο 1957-1967.
ΗθοποιίαΟ ίδιος δήλωνε ότι είχε δύο επιρροές: από τη μια την "παλιά σχολή", όπου η θεατρική λειτουργία βασιζόταν στο
ένστικτο, τη φαντασία, τον αυτοσχεδιασμό και την κυρίαρχη παρουσία του ηθοποιού πάνω στη σκηνή, και από την άλλη, την πολυπλοκότητα των διαφόρων ρευμάτων και επιστημονικών θεωριών.
Διδασκαλία θεάτρου
Ο Αδαμάντιος Λεμός δίδαξε θέατρο στη Δραματική Σχολή του Δημοτικού Ωδείου Λαρίσης», σε τοπικές διδασκαλίες ερασιτεχνικών σχημάτων, αλλά και παλιότερα, στην
Αίγυπτο, στην Κύπρο και στην Αμερική, όπου έπλασε και ανέδειξε ηθοποιούς. Στο Θεατρικό Εργαστήρι Δήμου Ηλιούπολης (1979 – 1989), πραγματοποιήθηκε τιμητική βράβευσή του με το πρώτο βραβείο και μαζί το χρυσό μετάλλιο της πόλεως των Αθηνών ανάμεσα σε είκοσι επιλεγμένα θεατρικά συγκροτήματα στους «Πανελλήνιους Αγώνες Ερασιτεχνικής Θεατρικής Δημιουργίας», που οργάνωσε ο Δήμος Αθηναίων.
Ο
Άλκης Θρύλος τον χαρακτηρίζει "πρωτοπόρο" και "εμψυχωτή", που "μαγνητίζει το περιβάλλον του". Τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, έστησε ένα θέατρο με νέους συναδέλφους του, σε μια προσφυγική φτωχογειτονιά, στη Δραπετσώνα (καλοκαίρι 1940). Το ίδιο πείραμα το επαναλαμβάνει μέσα στην Κατοχή ( καλοκαίρι 1941), στο θέατρο «Νανά» στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης. Το ίδιο πάλι στην Αίγυπτο τον καιρό του πολέμου, καλύπτοντας τις θεατρικές ανάγκες του ελληνισμού της Αιγύπτου. Στην Κύπρο βάζει τις ρίζες ανάπτυξης και εδραίωσης του πρώτου επαγγελματικού Κυπριακού Θεάτρου.
Συνεχώς ανακαλύπτει χώρους, που τους μετατρέπει σε θέατρα και προτείνει ανανεωτικές θεατρικές φόρμες, όπως παραστάσεις σε μορφή λαϊκού πανηγυριού. Το ξεκίνημα έγινε με το «Αρχαίο θέατρο Άργους» το
1955, με κορύφωμα την έρευνα για την ανακάλυψη και προβολή των νέων θεατρικών δυνάμεων στα «Διονύσια Καλλιθέας» (1947-1950) και τη δημιουργία του «Οργανισμού Ελληνικού Θεάτρου Αμερικής» (1957-1967).
Σκηνοθέτης
Η λέξη
σκηνοθέτης, σκηνοθεσία, ήταν για πάρα πολλά χρόνια άγνωστη στην Ελλάδα. Μετά τον ερχομό του θεατρικού αναμορφωτή Κωνσταντίνου Χρηστομάνου από την Ευρώπη το 1901, συναντάται αραιά και πού μεταφρασμένη η ξενικής προέλευσης λέξη "Regisseur": περίπτωση Θωμά Οικονόμου και Φώτου Πολίτη και αργότερα οι Ροντήρης, Μουζενίδης, Καραντινός και μετά Σαραντίδης, Κουν στο ελεύθερο θέατρο, μέχρι το 1940, που παρουσιάστηκε γενικά ο όρος σκηνοθέτης.
Προηγούμενα, την ιδιότητα αυτή, τη διανομή ρόλων, τη διδασκαλία, το στήσιμο της παράστασης και τις άλλες λεπτομέρειες την επωμιζόταν ο θιασάρχης, χωρίς αρχικά να χρησιμοποιείται ο όρος σκηνοθεσία. Η γενίκευση του όρου άρχισε τα τελευταία 50 χρόνια, όταν η ιδιότητα αυτή έγινε θεσμός.
Σε αυτή την κατηγορία ανήκει ο Λεμός, με τα έργα που σκηνοθέτησε στα 60 χρόνια της θεατρικής του παρουσίας ως ηθοποιού και θιασάρχη και τελευταία, ως σκηνοθέτη, (
Εθνικό Θέατρο, ΔΗΠΕΘΕ Β. Αιγαίου») κτλ.
ΣκηνογραφίαΑμέτρητες είναι οι
σκηνογραφίες του Αδαμάντιου Λεμού, όχι μονάχα σε σχέδια και μακέτες, αλλά και σε κατασκευές, σε όποια πόλη και οποιαδήποτε χρονική περίοδο ο Λεμός έστηνε θέατρο, όταν τύχαινε να μην υπάρχει κάποιος ονομαστός σκηνογράφος ή οικονομική επάρκεια. Μερικά δείγματα της δουλειάς του γίνονται ορατά σε φωτογραφικές απεικονίσεις έργων και παραστάσεων όλων των κατηγοριών.
Συγγραφέας
Ο Αδαμάντιος Λεμός ασχολείται και με τη
λογοτεχνία. Το μεγάλο σε όγκο βιβλίο του ("Η ουτοπία του Θέσπη", Εκδόσεις Φιλιππότη, 1989), εκτός από την λογοτεχνική του γραφή, είναι σημαντικό και ως θεατρικό ιστόρημα με άγνωστα αποκαλυπτικά ντοκουμέντα.
Το δεύτερο βιβλίο του Λεμού, με τίτλο «Η θεια μου η Κυριακού τον παλιό εκείνο τον καιρό…», διασώζει ήθη, έθιμα, συμπεριφορές και γλωσσικό υλικό ενταγμένο μέσα στη δομή, στη ροή και στη μουσική της ελληνικής
λαογραφίας.

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Τάκης Μουζενίδης


   Ο Τάκης Μουζενίδης, (Θεόδωρος), (
1909-8 Αυγούστου 1981), ήταν Έλληνας σκηνοθέτης του θεάτρου και του κινηματογράφου..
Γεννήθηκε στη
Τραπεζούντα του Πόντου το 1909. Μετά το ξεριζωμό των Ελλήνων ήλθε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη όπου και ανέλαβε πολύ νεαρός από το 1929 μέχρι το 1931 τη διεύθυνση του Ωδείου Θεσσαλονίκης ενώ παράλληλα με όμιλο φοιτητών ίδρυσε το "Ελεύθερο Θέατρο της Θεσσαλονίκης". Λέγεται πως η συμμετοχή του στις Δελφικές τελετές του 1927 με τον "Προμηθέα Δεσμώτη" της οικογένειας του Σικελιανού ήταν εκείνο τελικά που τον επηρέασε ιδιαίτερα στη μετέπειτα επαγγελματική σταδιοδρομία του.
Στη συνέχεια μετά το πέρας των νομικών του σπουδών στο
Πανεπιστήμιο Αθηνών μετέβη στη Γερμανία όπου σπούδασε σκηνοθεσία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, ιστορίας της τέχνης και του πολιτισμού, ψυχολογίας και αισθητικής, στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Εκεί εργάσθηκε αρχικά ως βοηθός σκηνοθέτη, στο Κρατικό Δραματικό Θέατρο, και αργότερα ως προϊστάμενος του τμήματος πειραματικής σκηνοθεσίας του Επιστημονικού Θεατρικού Ινστιτούτου του Πανεπιστημίου του Βερολίνου.Το 1937 επανήλθε στην Ελλάδα όπου και διορίστηκε αμέσως σκηνοθέτης της Κρατικής Σκηνής και καθηγητής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1943 σκηνοθετώντας 20 περίπου θεατρικά έργα. Ακολούθως συνεργάσθηκε με όλους τους μεγάλους θιάσους της Αθήνας σκηνοθετώντας πλήθος έργων μεταξύ των οποίων «Σχολείο γυναικών» του Μολιέρου, τα «Θαμπά τζάμια», τον «Παίκτη» του Ντοστογιέφσκι, τη μουσική κωμωδία «Μ΄ αγαπά, δεν μ΄ αγαπά», την «Ιωάννα της Λωραίνης» του Άντερσεν, τον «Υπηρέτη δύο αφεντάδων» του Γκολντόνι κ.α.
Το
1946 ίδρυσε το θεατρικό οργανισμό «Αυλαία». Με το θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη και τον Δημήτρη Μυράτ οργάνωσε και σκηνοθέτησε, το 1952, την «Ορέστεια» του Αισχύλου, που περιόδευσε στη Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινούπολη, Κάιρο, Αλεξάνδρεια , Πορτ Σάιντ και Κύπρο. Στη συνέχεια με το θίασο της Κατερίνας (Ανδρεάδη) ίδρυσε και ανέλαβε τη διεύθυνση του πρώτου παιδικού θεάτρου με επαγγελματίες ηθοποιούς. Από το 1952 διεύθυνε την υπό τον ίδιο ιδρυθείσα πρώτη στην Ελλάδα Σχολή Μουσικού Θεάτρου υπό την επωνυμία «Σπουδαστήριο του Μουσικού Θεάτρου».
Το
1954 σκηνοθέτησε στο Τουρκικό Κρατικό Θέατρο στην Άγκυρα το έργο «Ωραία Ελένη» του Σ. Μπαττού, και τον επόμενο χρόνο συνεργάσθηκε με το αντίστοιχο θέατρο της Κωνσταντινούπολης. Το 1958 δίδαξε στο Κρατικό Θέατρο Σόφιας την «Αντιγόνη». Στη συνέχεια και για ενάμισι χρόνο παρακολούθησε κατόπιν προσκλήσεων τις θεατρικές κινήσεις στη Σοβιετική Ρωσία, Τσεχοσλοβακία, Ανατολική Γερμανία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Πολωνία, Βουλγαρία και Κίνα για τη τελευταία την οποία εξέδωσε και σχετικό βιβλίο.Από το 1954 υπήρξε ο μόνιμος σκηνοθέτης του Ελληνικού Λαϊκού Θεάτρου του Μάνου Κατράκη. Το 1959 κατόπιν πρόσκλησης ανέλαβε η σκηνοθεσία της «Μήδειας» στο Κρατικό Θέατρο της Άγκυρας, και στη συνέχεια επανήλθε σε συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο (Ελλάδας).
Εκτός όμως των παραπάνω ο Τάκης Μουζενίδης δίδαξε τη τέχνη της σκηνογραφίας και σε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης καθώς και στις ΗΠΑ. Σκηνοθέτησε περί τα 150 θεατρικά έργα, όλων των ειδών, των σημαντικότερων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, από τα οποία τα 20 ήταν αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, με τελευταία εκείνη του 1981 «Οιδίπους Τύραννος» που ανεβάστηκε στην
Επίδαυρο με τον Μάνο Κατράκη. Επίσης συνεργάσθηκε με όλους τους μεγάλους ηθοποιούς σκηνογράφους και μουσικοσυνθέτες της εποχής του μέχρι και τους Θεοδωράκη και Χατζιδάκι.
Ο Τάκης Μουζενίδης ήταν μέλος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ) καθώς και Γενικός Γραμματέας του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου. Μιλούσε επίσης τουρκικά, γαλλικά και ήταν μόνιμος κάτοικος της Αθήνας. Πέθανε στις
8 Αυγούστου 1981.


Δήμητρα Σέττα