Σύχναζε στον κύκλο του Σωκράτη, ο οποίος, αναφέρεται, μολονότι σπανιώτατα πήγαινε στο θέατρο, του άρεσε να παρακολουθεί τα έργα του Ευριπίδη, κάθε φορά που αυτός πρωτοπαρουσίαζε ένα νέο έργο του. Είναι φυσικό να άσκησε μεγάλη επίδραση τον Ευριπίδη η συναναστροφή του με τους σοφούς, στους οποίους όχι λίγα οφείλει η ανάπτυξη της διάνοιάς του. Είχε, λέγεται, πλούσια βιβλιοθήκη, ήταν μελετηρός, και αυτό συνάγεται και από τη γνώση που πλούσια είναι διαχυμένη σε όλα τα έργα του. Από αυτά φαίνεται, επίσης, πως αν ο Ευριπίδης απείχε από την ενεργό πολιτική, πρόσεχε όμως και παρακολουθούσε τα πολιτικά ζητήματα της ημέρας και είχε μέγιστο ζήλο να διδάξει τις υγιείς πολιτικές θεωρίες του. Ο Ευριπίδης απεδοκίμαζε την οχλοκρατία, καταφερόταν όμως και κατά της ολιγαρχίας και των εκπροσώπων την, των πλουσίων και, γενικά, των αλαζόνων και των σκληρών, και προτιμούσε να επικρατήσει η μέση τάξη των πολιτών, του οποίους θεωρεί σωτήρες της πόλεως και σταθερούς φύλακες της τάξεως. Η φιλοπατρία του είναι φλογερή και ενθουσιαστική, για γι’ αυτήν τον εγκωμιάζει ο ρήτων Λυκούργος, ο οποίος και διέσωσε μερικούς στίχους του ποιητού, που μαρτυρούν την πίστη του και την αγάπη του προς τη πατρίδα:Ευριπίδης Ώ πατρίς είθε πάντες, οι ναίουσί σε,ούτω φιλοΐεν ως εγώ και ‘ραδίωςοικοΐμεν αν σε κ’ ουδέν αν πάρχοις κακόν.
Στον οικογενειακό του βίο είχε ατυχήματα, αν και όσα οι κωμωδοποιοί παρέδωσαν στη δημοσιότητα, δεν είναι και πολύ αξιόπιστα. Λέγεται ότι η γυναίκα του Μελιτώ τον απατούσε. Είχε τρεις υιούς, ο δε τρίτος, Ευριπίδης επίσης στο όνομα, παρουσίασε δράματα του πατέρα του, ύστερα από το θάνατό του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στην Αυλή του βασιλιάς της Μακεδονίας Αρχέλαου, που όντας φιλόμουσος, προσκαλούσε στην Πέλλα πολλούς ποιητές, λογίους και καλλιτέχνες, για να λαμπρύνει τη βασιλεία του. Για να τιμήσει το βασιλικό αυτό προστάτη, ο Ευριπίδης, έγραψε την τραγωδία «Αρχέλαος», όπου εγκωμιάζει τον ηρακλείδη, σαν ιδρυτή της Μακεδονικής δυναστείας. Ακόμα και οι «Βάκχες» του, λέγεται, γράφτηκαν για να παιχθούν στο θέατρο του Αρχέλαου. Το φθινόπωρο του 407, ο μέγας τραγικός πέθανε στη Μακεδονία και ετάφη εκεί. Λέγεται, ότι τον κατασπάραξαν άγρια σκυλιά, αλλά αυτό μπορεί και να είναι φαντασικό. Ο τάφος του, κοντά στην Αμφίπολη, έγινε προσκυνητήριο των Αθηναίων θαυμαστών του, κοντά δ
ε στην Αθήνα, προς τιμήν του, ανεγέρθηκε κενοτάξιο, με το εξής επίγραμμα:Επί πλέον, ο Ευρυπίδης δεν αφήνει καμία ευκαιρία, για να καυτηριάσει τους εχθρούς της πατρίδας, τους Λακεδαιμόνιους.
Μνήμα μεν Ελλάς άπασα Ευριπίδου• δ’ ισχύειΓη Μακεφών η γάρ δέξατο τέρμα βίου•Πατρίς δ’ Ελλάδος Ελλάς, Αθήναι• πλαίστα δε ΜούσαιςΤέρψας, εκ πολλών και τον έπαινον έχει.
Αργότερα, με πρόταση του ρήτορος Λυκούργου, στήθηκε στο θέατρο Διονύσου ο χάλκινος ανδριάντας του. Κατά την παράδοση, ο Ευριπίδης ήταν σκυθρωπός, σκεπτικός και σπάνια γελούσε. Είχε, δηλαδή, την αυστηρή φυσιογνωμία πιο πολύ ενός λεπτολόγου ηθικολόγου, παρά τη δημιουργική ευθυμία του θεόπνευστου ποιητή. Ο Ευριπίδης, εκτός από ένα επινίκιο που έγραψε για τον Αλκιβιάδη, όταν είχε νικήσει σε αρματοδρομίες, και μια ελεγεία για τους Αθηναίους που έπεσαν στις Συρακούσες, στην καταστρεπτική εκείνη εκστρατεία, (415 – 413 π.Χ.), έγραψε 92 δράματα και 3 τετραλογίες, από τις οποίες, ελάχιστες διασώθηκαν. Στο πίσω μέρος του ανδριάντος, που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου, και ο Ευριπίδης παρίσταται καθήμενος, αναγράφονται με αλφαβητική σειρά 37 δράματά του μέχρι του «Ορέστη». Σε μας έφθασαν μόνο 19, ανάμεσα στα οποία και ένα σατυρικό, ο «Κύκλωψ». Ο Ευριπίδης, σαν νεωτεριστής, προκαλούσε συχνά τις επιφυλάξεις των καθιερωμένων, των κριτών και των συντηρητικών. Η νεολαία όμως τον υπεραγαπούσε και τον αποκαλούσε σοφώτατο.Μνήμα μεν Ελλάς άπασα Ευριπίδου• δ’ ισχύειΓη Μακεφών η γάρ δέξατο τέρμα βίου•Πατρίς δ’ Ελλάδος Ελλάς, Αθήναι• πλαίστα δε ΜούσαιςΤέρψας, εκ πολλών και τον έπαινον έχει.
Δήμητρα Σέττα